Dress code, αντισυμβατικότητα και παράκαμψη πρωτοκόλλου: Θέματα αισθητικής ή πολιτικής ουσίας

Με αφορμή την επίσκεψη Ολάντ και την διάσημη πια φωτογραφία των ηγετών από την τελετή κατάθεσης στεφάνου στον Άγνωστο Στρατιώτη, η οποία κυκλοφόρησε και σχολιάστηκε κατά κόρον στα social media, ξαναπιάσαμε όλοι την συζήτηση για το dress code της κυβέρνησης και την παράκαμψη πρωτοκόλλου. Μια συζήτηση που ξεκίνησε τον περασμένο Ιανουάριο, όταν η κυβέρνηση της «Πρώτης Φορά Αριστερά», έσπασε τους ενδυματολογικούς κώδικες και εμφανίστηκε με αντισυμβατικές επιλογές, προκαλώντας μια συζήτηση και πέρα από τα εθνικά σύνορα για τη σημασία της εμφάνισης και του πρωτοκόλλου, το σημαίνον και το σημαινόμενο της συμπεριφοράς και εντέλει τον αντίκτυπο αυτής της επιλογής στην πολιτική διαδικασία.

tsipras-olant-kammenos

Η συζήτηση αυτή έκανε εν πολλοίς την παραδοχή ότι η κυβέρνηση με την αντισυμβατικότητα αυτή θέλησε σημειολογικά να σηματοδοτήσει τόσο στο εσωτερικό όσο και κυρίως στο εξωτερικό την αμφισβήτηση των κανόνων του παιχνιδιού και τον άλλο δρόμο στην πολιτική. Θέλησε να σηματοδοτήσει την λαϊκή της προέλευση και την αντίθεση της με τις ελίτ και τις κλειστές κάστες εξουσίας. Θέλησε να σηματοδοτήσει την ειλικρίνεια και τον αντικομφορμισμό της. Είναι όμως πράγματι μόνο αυτή η σημειολογική και επικοινωνιακή πρόθεση της κυβέρνησης; Αν ναι, πετυχαίνει τις προθέσεις της; Υπάρχουν άλλες συνέπειες από αυτή την επιλογή; Κρύβονται κάποιοι κίνδυνοι στην αμφισβήτηση των κανόνων της παρουσίας και της διαδικασίας;

Για όλες αυτές τις απαντήσεις θα μπορούσαμε να κάνουμε μια μακροσκελή ανάλυση που να συμπεριλαμβάνει άλλες ιστορικές στιγμές κατά τις οποίες αμφισβητήθηκαν οι κανόνες και το πρωτόκολλο, να συμπεριλαμβάνει όλες τις θετικές και αρνητικές αντιδράσεις σύγχρονων πολιτικών απέναντι στις επιλογές της ελληνικής κυβέρνησης, να συμπεριλαμβάνει αναλύσεις εδικών επιστημόνων και επικοινωνιολόγων για τα υπό εξέταση ερωτήματα. Στο πλαίσιο αυτού του άρθρου όμως ας εξετάσουμε – ακροθιγώς κι επιγραμματικά- τον πολιτικό αντίκτυπο αυτής επιλογής αλλά και τις συνέπειες της από την εδραίωση αυτής της αντισυμβατικότητας του στην καθημερινότητα της κυβέρνησης.

Ως προς το πρώτο, τον αντίκτυπο δηλαδή που είχε αυτή η επιλογή στην διεθνή πολιτική αρένα, τις αποφάσεις και τις εξελίξεις, η αντισυμβατικότητα εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε εντέλει κενό γράμμα, αν δεν προκάλεσε και αρνητικές αντιδράσεις. Η πορεία της διαπραγμάτευσης και η υπογραφή του μνημονίου απέδειξε το προφανές. Ότι επικοινωνιακά τεχνάσματα δεν θα αλλάξουν τον ρου της ιστορίας. Όποιες κι αν ήταν οι παροδικές εντυπώσεις και συζητήσεις που δημιουργήθηκαν, στο τέλος της μέρας, τα πάντα εξαρτήθηκαν από την καθεαυτή πολιτική. Αντίστοιχη είναι η επίδραση και στην εσωτερική πολιτική σκηνή. Η κυβέρνηση ακολουθεί το αυστηρό πρόγραμμα θεσμοθέτησης των προαπαιτούμενων μέτρων. Αν και εφόσον λοιπόν η κυβέρνηση θέλησε σημειολογικά να υπονοήσει έναν εναλλακτικό πολιτικό δρόμο, καμία επιβεβαίωση δεν προέκυψε ότι η συμβολική επικοινωνιακή αναφορά επηρέασε καθ οιονδήποτε τρόπο τις εξελίξεις.

Ενώ όμως στην αρένα της πολιτικής η αντισυμβατικότητα αυτή εξάντλησε όλες τις αρχικές της εντυπώσεις, χωρίς να επικαθορίσει με κάποιο τρόπο τις εξελίξεις, ως συμπεριφορά υιοθετήθηκε και καθιερώθηκε στην καθημερινότητα της κυβέρνησης. Και παρόλο που η σημειολογία του εναλλακτικού πολιτικού δρόμου δεν επιβεβαιώθηκε, η κυβέρνηση φαίνεται ότι το διατηρεί για να υποστηρίξει επικοινωνιακά την αίσθηση της αμεσότητας, της ειλικρίνειας και της λαϊκότητας. Αυτό θα μπορούσε να είναι πράγματι μια θεμιτή επικοινωνιακή τακτική, όμως ποιοι είναι οι κίνδυνοι που μπορεί να αυτό να εγκυμονεί;

Η κατάργηση των κανόνων και η ηθελημένη αδιαφορία για τις συνήθεις πρακτικές και συμπεριφορές στις διάφορες περιστάσεις της δημόσιας ζωής φυσικά κλείνει το μάτι σε μεγάλες μερίδες του πληθυσμού και του εκλογικού σώματος της κυβέρνησης, περνώντας το μήνυμα της εναντίωσης στο κατεστημένο και στην υπεράσπιση των συμφερόντων τους ενάντια στις ελίτ. Είναι όμως αυτό ειλικρινές ή ακριβώς το αντίθετο; Γιατί αυτή η τακτική μπορεί ακριβώς να θεωρηθεί ταυτόχρονα και μια ανειλικρινής χειραγώγηση αυτού του πληθυσμού. Δημιουργώντας σχηματικά τα ψευτοδιλήμματα όπως «εχθροί ή φίλοι», «προνομιούχοι η μη προνομιούχοι», υπονοώντας την κατάργηση της αριστείας και καθετί που αναδεικνύει τη διαφορετικότητα, η κυβέρνηση κινδυνεύει να καταγραφεί ως μια κυβέρνηση στις παρυφές του σκληρού λαϊκισμού και του ισοπεδωτισμου. Κάτι για το οποίο φυσικά οι αντίπαλοι της ήδη την κατηγορούν.

Και ακόμη περισσότερο. Η κατάργηση κανόνων και αποδεκτών πρακτικών ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου σε όλη την πολιτική ζωή που στα χρόνια της κρίσης έχει βρεθεί σε δύσκολους ατραπούς. Η αίσθηση ότι δεν υπάρχουν κανόνες και όρια, η εξίσωση και η ομογενοποίηση των πάντων είναι μια μεγάλη παγίδα αν αναλογιστούμε την εκλογική δύναμη που αποκτούν τα ακραία ή ευκαιριακά μορφώματα που συμμετέχουν στην Βουλή και την ελληνική πολιτική ζωή. Μορφώματα τα οποία εκτρέφονται από αυτήν την διάχυτη και συγκεχυμένη αντίληψη ότι όλα επιτρέπονται και όλα ανατρέπονται.

Δεν είναι στις δικές μου προθέσεις φυσικά να υπερασπιστώ στο άλλο άκρο, τον πολιτικό καθωσπρεπισμό και κομφορμισμό. Στόχος όμως του παρόντος άρθρου είναι μια επισήμανση και μια υπόμνηση για τη συμβολική σημασία των κανόνων και των ορίων. Των κανόνων αυτών που επικοινωνιακά, συμβολικά αλλά και εντέλει πολιτικά και ουσιαστικά μπορούν να διαμορφώσουν το πλαίσιο εκφοράς πολιτικού λόγου στη χώρα και άσκησης της ίδιας της πολιτικής.